Πώς διαλύεται τ’ ατσάλι

steel-industry-2Ο Γιάννης Κιμπουρόπουλος απαριθμεί τις αιτίες που οδήγησαν τον κλάδο της ελληνικής χαλυβουργίας στην παρακμή και καταρρίπτει τα «βολικά άλλοθι στα οποία καταφεύγει η επιχειρηματική ελίτ», όπως ο ίδιος εύστοχα τα χαρακτηρίζει.

Πώς διαλύεται τ’ ατσάλι

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου, από το πολύ καλό ιστολόγιο «ΚΙΜΠΙ«. Με έντονα γράμματα οι δικές μου επισημάνσεις.

Τις δεκαετίες που κράτησε η λάμψη της Οκτωβριανής Επανάστασης και του σοβιετικού πειράματος, πολλές γενιές αριστερών γοητεύτηκαν από το ευαγγέλιο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, το «Πώς δενότανε τ’ ατσάλι», του Νικολάι Οστρόφσκι. Ο τίτλος αυτού του αυτοβιογραφικού βιβλίου απέκτησε απροσδόκητη επικαιρότητα λόγω της πολύμηνης απεργίας στην Ελληνική Χαλυβουργία. Αλλά κυρίως χάρη σε μια παρεξήγηση: το «ατσάλι» του Οστρόφσκι ελάχιστη σχέση έχει με το ατσάλι της χαλυβουργίας. Αν και «προλεταριακό έπος», το βιβλίο δεν αφηγείται την ιστορία κάποιου χαλυβουργού, αλλά τα βιώματα του Ουκρανού συγγραφέα που δούλεψε σε κουζίνα σιδηροδρομικού σταθμού, σαν θερμαστής, σαν ηλεκτρολόγος, αλλά περισσότερο σαν στρατιώτης του Κόκκινου Στρατού, στα χρόνια της επανάστασης και της εδραίωσης του σοβιετικού καθεστώτος. Η σχέση με τον χάλυβα εξαντλείται στις ατσάλινες δοκούς που έστρωναν οι εθελοντές κομσομόλοι στις σιδηροδρομικές γραμμές. Ενδεχομένως να επεκτείνεται και στην ατσάλινη θέλησή τους. Και στη θέληση του ίδιου του συγγραφέα που, αν και σχεδόν καθολικά ανάπηρος, κατάφερε να τελειώσει και να δει να εκδίδεται το θρυλικό του μυθιστόρημα.

Παρά την παρεξήγηση, ελάχιστα δημοσιεύματα για την περιπέτεια της «Χαλυβουργίας» απέφυγαν τον πειρασμό να «παίξουν» με τον τίτλο του βιβλίου, υπονοώντας ότι σε αυτό περιγράφονται άθλοι και πάθη μεταλλουργών. Αν κάποιος, όμως, ήθελε να ενισχύσει το συμβολικό βάρος αυτού του αγώνα, ίσως θα ήταν χρησιμότερο να ανατρέξει στη «Ζούγκλα» του Άπτον Σίνκλερ, ή στην τριλογία «USA» του Τζον Ντος Πάσος. Θα χρειαζόταν, δηλαδή, σύνδεση με έναν καπιταλιστικό κι όχι ένα σοσιαλιστικό έπος σαν του Οστρόφσκι.

Διότι στη «Χαλυβουργία», όπως και σε όλες τις χαλυβουργίες και στις λοιπές μεταλλουργίες, στις βιομηχανίες, στις ελαιουργίες, στις κλωστοϋφαντουργίες, στα φασονάδικα, στα γιαπιά και στα εργοτάξια, στις εμπορικές αλυσίδες, ακόμη και στα μικρά ντελιβεράδικα αυτής της χώρας γράφεται η ιστορία της παραγωγικής μας παρακμής. Και δεν γράφεται τώρα, στην κορύφωση της μνημονιακής ύφεσης. Γράφεται εδώ και πολλά χρόνια. Δεν γράφεται μόνο στις υψηλές θερμοκρασίες των 1.500 βαθμών τήξης του σιδήρου που συντίθεται με τον άνθρακα, το μαγγάνιο, το πυρίτιο κι άλλα στοιχεία για να γίνει το ανθεκτικό μέταλλο που στηρίζει τα σπίτια μας και δεν επιτρέπει να στομώσουν τα κοφτερά μαχαίρια μας. Η ιστορία της βιομηχανικής μας παρακμής γράφεται και στις μέσες θερμοκρασίες των 20 και πλέον βαθμών Κελσίου, που κάνουν την Ελλάδα χώρο ιδεώδη για να ζει κανείς.

Η επιχειρηματική ελίτ καταφεύγει συχνά σε βολικά άλλοθι για να ερμηνεύσει αυτή την παρακμή, την παράδοξη τροχιά από το αναπτυξιακό «θαύμα» των δύο προηγούμενων δεκαετιών στην ασθμαίνουσα προσπάθεια επιβίωσης σήμερα. «Φταίνε τα συνδικάτα, φταίει το ΠΑΜΕ που διώχνουν τις επενδύσεις και κλείνουν τις επιχειρήσεις». Υπάρχουν δυο τρεις εμβληματικές περιπτώσεις -η Χαλυβουργία σήμερα, η Pirelli και η Goodyear παλιότερα- που περιφέρονται ως απόδειξη διά του λόγου το αληθές. Αλλά στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ίχνος συνδικάτου ή ΠΑΜΕ στις εκατοντάδες μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις που έχουν κλείσει ή εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες τους στις βιομηχανικές ζώνες και τα κουφάρια τους χάσκουν σήμερα άδεια, μνημεία αρπαχτής ή ανικανότητας. Καθένα τους είναι συνδεδεμένο με γενναιόδωρες επιδοτήσεις και αναπτυξιακά κίνητρα που απολάμβαναν για χρόνια οι ιδιοκτήτες τους, πριν αποφασίσουν να μετακομίσουν στα Βαλκάνια για τα φθηνότερα μεροκάματα ή απλώς να κλείσουν γιατί αποφάσισαν να γίνουν ραντιέρηδες, να κρύψουν σε ποικιλώνυμες offshore ό,τι μετέτρεψαν σε προσωπική περιουσία. Δεν υπάρχει ούτε το «μαξιμαλιστικό ΠΑΜΕ» ούτε οποιασδήποτε απόχρωσης «ρεφορμιστικό συνδικάτο» πίσω από τις 1,3 εκατομμύρια χαμένες θέσεις εργασίας που δημιουργούν το ιστορικό ρεκόρ ανεργίας. Άλλωστε, η Ελλάδα είναι χώρα με χαρακτηριστικά ανίσχυρα στον ιδιωτικό τομέα συνδικάτα. Η ΓΣΕΕ είναι μια κατ’ εξοχήν συνομοσπονδία των ΔΕΚΟ. Ακόμη και στη διάρκεια του μνημονιακού ρεκόρ απεργιών, η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα σπανίως υπερέβαινε το 20%.

Αντιθέτως, η Ελλάδα είναι μια χώρα με παραδοσιακά ισχυρότατη επιρροή των επιχειρηματιών και των ενώσεών τους στις πολιτικές αποφάσεις (την ξεχάσαμε τη «διαπλοκή»;) και, διόλου τυχαία, ορισμένες από αυτές «καρφώθηκαν», ακόμη και από το βήμα της Βουλής, ως εισηγητές και υποβολείς της «εσωτερικής υποτίμησης» που επιβλήθηκε στο μνημόνιο. Αυτή η «εσωτερική υποτίμηση», φορτωμένη σχεδόν εξ ολοκλήρου στους μισθούς και στο κόστος της εργασίας, βρίσκεται στον πυρήνα του φαύλου κύκλου ύφεσης-παραγωγικής κατάρρευσης- δημοσιονομικής εκτροπής.

Να πώς διαλύεται τ’ ατσάλι στην Ελλάδα του μνημονίου και της επιχειρηματικής ανεμελιάς. Με την ίδια απληστία που δενόταν τις προηγούμενες δεκαετίες, χωρίς καμιά στρατηγική φιλοδοξία, με το βλέμμα προσηλωμένο στο βραχυπρόθεσμο κέρδος. Παρ’ ότι η «βαριά βιομηχανία» στην Ελλάδα ηχεί πια ως ευφημισμός, η μεταλλουργία και ειδικά η χαλυβουργία υπήρξε κυριολεκτικά τέτοια από τη δεκαετία του 1960 και μετά, αλλά πολύ περισσότερο την τελευταία εικοσαετία. Η ανάπτυξη της χαλυβουργικής αγοράς, που την τελευταία εικοσαετία τριπλασίασε την παραγωγική της δυνατότητα, στηρίχτηκε κυρίως στην Ελλάδα της αντιπαροχής, της φούσκας των ακινήτων, αλλά και των μεγάλων έργων, ιδιαίτερα την περίοδο της φαραωνικής ολυμπιακής προετοιμασίας που αποδείχθηκε άλλη μια φλέβα χρυσού για τον κλάδο. Ωστόσο, το κέντρο βάρους του ήταν πάντα η σταθερή δίψα για σκυρόδεμα, για τις μπετόβεργες που διασχίζουν τους σκελετούς των ιδιόκτητων καταφυγίων των νεοελλήνων. Η ισχυρή εσωτερική ζήτηση και ο διαρκώς αυξανόμενος όγκος οικοδομικής δραστηριότητας επέτρεψαν και τη λειτουργία ενός ιδιότυπου καρτέλ τιμών που είχε σχεδόν αυτονομηθεί από τις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς και, αν και καταγγέλθηκε (χαρακτηριστική η περίπτωση του επί πολλούς μήνες του 2009 απεργού πείνας επιχειρηματία Θ. Τενέζου έξω από τα γραφεία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που πνίγηκε σε μια συνωμοσία σιωπής), ουδέποτε ελέγχθηκε επί της ουσίας.

Όταν με τα πρώτα σημάδια της ύφεσης, ιδιαίτερα μετά την επιβολή του μνημονίου, η εσωτερική ζήτηση πάγωσε και η οικοδομική αγορά κατέρρευσε, ήταν μάλλον αργά ο κλάδος να βρει έναν αξιοπρεπή βηματισμό στις εξαγωγές. Πολύ περισσότερο που «δεν είχε μάθει» να παρακολουθεί τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών χάλυβα, τον διεθνή ανταγωνισμό και τα σκαμπανεβάσματα της ζήτησης. Ύστερα οι επιχειρηματίες του κλάδου «ανακάλυψαν τον τροχό»: το μισθολογικό κόστος, το πλεονάζον εργατικό δυναμικό, τις «ανελαστικές» εργασιακές σχέσεις και τα συνδικάτα, δίνοντας έναν χαρακτήρα «ταξικής βεντέτας» στις λιγοστές, ελάχιστες αναμετρήσεις μαζί τους, όπως στη «Χαλυβουργία». Τι κρίμα που το ίδιο ακριβώς σκέπτονται ταυτόχρονα οι επιχειρηματίες σχεδόν όλων των κλάδων, σχεδόν όλης της Ευρώπης, συντρίβοντας μέσω απολύσεων και μισθολογικών περικοπών τις αγορές στις οποίες θέλουν να πωλούν τα προϊόντα τους.

Αλλά, ακόμη χειρότερα, το ίδιο σκέπτονται και οι πολιτικές ελίτ της Ευρώπης, που ξέχασαν ακόμη κι αυτή τη μακρινή καταγωγή της ιδέας της ενοποίησης από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, την ΕΚΑΧ, πριν από 62 χρόνια. Ο χάλυβας συμβολικά αποτέλεσε την «πρώτη ύλη» της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε μια βάση αλληλεγγύης και όχι κανιβαλικού ανταγωνισμού μισθών, τιμών ή δασμών. Στη διά χειρός Σουμάν διακήρυξη της 9ης Μαΐου 1950, που η ευρωπαϊκή ελίτ υποκριτικά έχει ορίσει ως ληξιαρχική πράξη γέννησης της Ε.Ε., αναφέρεται ότι «η κοινή διαχείριση της παραγωγής άνθρακα και χάλυβα θα θεμελιώσει αμέσως μια κοινή βάση οικονομικής ανάπτυξης, πρώτο στάδιο της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, και θα αλλάξει το πεπρωμένο αυτών των περιοχών που από καιρό ασχολούνται με την κατασκευή πολεμικών όπλων και των οποίων είναι σε μόνιμη βάση τα θύματα…». Και ορίζεται, μεταξύ άλλων, ως στόχος «η εξίσωση προς το καλύτερο του βιοτικού επιπέδου του εργατικού δυναμικού αυτών των βιομηχανιών».

Πόσο μεγάλη είναι η απόσταση που έχει διανυθεί από την ΕΚΑΧ μέχρι την Ευρωζώνη του ανταγωνισμού σε πολιτικές λιτότητας και του μισθολογικού ντάμπινγκ. Και πόσο αυτοπαγιδευμένες είναι οι επιχειρηματικές ελίτ που νομίζουν πως θα διασωθούν αν συμπεριφέρονται ως θλιβερές μικρογραφίες της Μέρκελ σκιαμαχώντας με τα ισχνά συνδικάτα, όπως η καγκελάριος με τις ανεπίδεκτες δημοσιονομικής πειθαρχίας κυβερνήσεις. Να πώς διαλύεται τ’ ατσάλι και της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s